Στέκουν εν τέλει ή όχι τα όνειρα της αντιπολίτευσης για πολιτικό τέλος του Μητσοτάκη;
Η συζήτηση περί «κατάρρευσης» του Μητσοτάκη επανέρχεται διαρκώς στο πολιτικό σκηνικό, κυρίως ως πολιτικό αφήγημα της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, όταν κανείς αφήσει στην άκρη την πολιτική ρητορική και εξετάσει τα πραγματικά δεδομένα, η εικόνα που προκύπτει είναι αρκετά διαφορετική και σαφώς λιγότερο δραματική.
Αναμφίβολα, η κυβέρνηση έχει υποστεί φθορά. Λάθη έχουν γίνει, επιλογές έχουν αμφισβητηθεί και σε ορισμένες περιπτώσεις η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι υπαρκτή. Όμως, αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εκλογική αποδόμηση. Στις δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί μια σταθερή βάση, προσεγγίζοντας –στην εκτίμηση ψήφου– το όριο του 30%. Πρόκειται για ένα ποσοστό που, με τα σημερινά δεδομένα, όχι μόνο δεν δείχνει κατάρρευση, αλλά αντιθέτως υποδηλώνει ανθεκτικότητα.
Ακόμη πιο καθοριστική είναι η διαφορά από το δεύτερο κόμμα, η οποία σε πολλές μετρήσεις φτάνει ή και ξεπερνά τις 15 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτή η απόσταση δεν είναι απλώς αριθμητική, είναι πολιτικά κρίσιμη, καθώς αποτυπώνει την απουσία άμεσου ανταγωνιστή με δυναμική εξουσίας. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν υπάρχει φθορά στην κορυφή, δεν υπάρχει κάποιος που να την αξιοποιεί αποτελεσματικά.
Το ίδιο μοτίβο καταγράφεται και στις λεγόμενες ποιοτικές μετρήσεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί προβάδισμα σε δείκτες όπως η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία ή η εμπιστοσύνη στη διαχείριση κρίσεων. Εκεί αποτυπώνεται κάτι βαθύτερο από την απλή πρόθεση ψήφου: η σύγκριση προσώπων. Και σε αυτό το επίπεδο, η υπεροχή του παραμένει καθαρή.
Αυτό φέρνει στο προσκήνιο ένα βασικό ερώτημα: πού ακριβώς εδράζεται το επιχείρημα περί «τέλους» του; Αν δεν υπάρχει σαφής δημοσκοπική υποχώρηση, αν δεν καταγράφεται συσπείρωση εναντίον του και –κυρίως– αν δεν εμφανίζεται κάποιος ισχυρός διεκδικητής απέναντί του, τότε το σενάριο της πολιτικής του κατάρρευσης μοιάζει να στηρίζεται περισσότερο σε προσδοκίες παρά σε δεδομένα.
Το βασικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης είναι ότι, παρά την κυβερνητική φθορά, δεν καταφέρνει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε πολιτικό κεφάλαιο. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κόμμα ή ηγεσία που να συγκεντρώνει τη δυναμική μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Έτσι, δημιουργείται ένα σταθερό μοτίβο: η κυβέρνηση χάνει πόντους, αλλά κανείς άλλος δεν τους κερδίζει ουσιαστικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, το αφήγημα ότι «τελειώνει» ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδυναμώνεται εκ των πραγμάτων. Όχι επειδή δεν υπάρχουν προβλήματα ή πολιτικές φθορές, αλλά επειδή λείπει ο καταλύτης που θα μετέτρεπε αυτή τη φθορά σε ανατροπή.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να κυριαρχεί στο πολιτικό πεδίο με σχετική άνεση. Και όσο η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς σαφή εναλλακτική πρόταση, το σενάριο της «κατάρρευσης» θα παραμένει περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά ρεαλιστική προοπτική.









