Θυμάμαι να με καλούν από τη Δευτεροβάθμια να με ρωτούν εάν δέχομαι τη θέση...
Θεοφάνη Χατζοπούλου | 29/06/20
Ανήκω στη γενιά των 500 ευρώ, στο επιστημονικό κομμάτι αυτής της Χώρας που δεν έφυγε. Το γιατί είναι προσωπικό όσο προσωπικό το να επιλέξει κάποιος να φύγει. Σπούδασα στη Μαιευτική και όταν κατάφερα να τελειώσω τη σχολή θεωρούσα ότι ένα λαμπρό μέλλον με περίμενε. Ωραία, σκέφτηκα, τέλος το διάβασμα καιρός να αρχίσω να ζω. Πόσο αφελής ήμουν.
Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ή αλλιώς της ατέρμονης απελπισίας, εργάστηκα όπου έβρισκα όποτε έβρισκα. Από σερβιτόρα μέχρι εξυπηρέτηση πελατών. Και ο μισθός έμπαινε , οι λογαριασμοί έτρεχαν και η βοήθεια από τη σύνταξη των γονέων απαραίτητη . Όσο περνούσε ο καιρός τόσο η πίστη στον εαυτό μου, το μέλλον μου, εξαφανιζόταν. Βυθιζόμουν σε σκοτεινά μέρη του μυαλού και προσπαθούσα να κρατήσω μια στάλα ελπίδας για να μην χαθώ. Δεν είχα κατάθλιψη. Είχα όμως αμφιβολία . Ποια είμαι; Που πάω; Ως πότε θα είμαι οικονομικό βάρος στους δικούς μου; Πότε θα παντρευτώ; Πότε θα κάνω οικογένεια; Θα κάνω άραγε ποτέ;
Τα χρόνια εκείνα αρρώστησε δικός μου άνθρωπος. Τρέξιμο, άγχος για το εάν θα καταφέρει να ζήσει. Η αμφιβολία να θεριεύει. Παράλληλα να έρχονται οι απορριπτικές απαντήσεις σε δουλειές. Συγνώμη αλλά είστε μεγάλη, συγγνώμη αλλά έχετε περισσότερα προσόντα από το προβλεπόμενο, τελικά η θέση δεν είναι κενή απλά έμεινε η αγγελία.
Σε όλο αυτό το συναισθηματικό κομφούζιο αποφάσισα να αλλάξω καριέρα. Δεν ήξερα τι ήθελα στην αρχή. Θα γίνω γραμματέας. Όχι . Θα γίνω διαφημίστρια. Όχι. Θα εκπαιδεύω κόσμο στις πωλήσεις. Θα… θα.. θα εκπαιδεύω κόσμο. Μήπως άραγε θα μπορούσα να διδάξω αυτό που αγαπώ δηλαδή τη μαιευτική; Μπορούσα. Έψαξα και βρήκα τρόπο. Δανείστηκα από τους γονείς μου χρήματα για να τελειώσω και να πληρώσω την ΑΣΠΑΙΤΕ . Σκέφτηκα. Δε πειράζει. Θα τους τα επιστρέψω. Όχι ότι μου το ζήτησαν ποτέ. Αλλά είναι αυτές οι ενοχές που σε πνίγουν όταν έχεις φιλότιμο.
Εκεί λοιπόν που είχα απελπιστεί και δε πίστευα ότι τηλέφωνό μου θα χτυπήσει ποτέ. Βρήκα δουλειά, πάλι σε τηλεφωνικό αλλά αυτή τη φορά με ικανοποιητικό μισθό. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, έλεγα τώρα θα αρχίσω να ζω, δεν με πείραζε που θα δούλευα υπερωρίες χωρίς να τις πληρώνομαι ή που μετά από 8 ώρες τα αυτιά μου βούιζαν, το κεφάλι μου πονούσε, αρκεί που είχα δουλειά. Η υγεία του δικού μου ανθρώπου βελτιωνόταν ενώ η στάλα ελπίδας έγινε ποτάμι και ύστερα θάλασσα. Δεν είχα ξεκινήσει μια εβδομάδα εργασία και το τηλέφωνο μου χτύπησε.
Ακούστηκε μια φωνή που μου ανακοίνωνε ότι πρέπει να απαντήσω εάν δέχομαι τη θέση. Ποια θέση; Ποια ήταν; Τι ήθελε; Πρέπει να αποφασίσεις τώρα επέμεινε. Μπροστά από τα μάτια περνούσαν όλες οι προκηρύξεις που είχα καταθέσει προσπαθώντας να καταλάβω. Προφανώς αντιλήφθηκε τη ζάλη μου, έριξε τους τόνους και μου εξήγησε ότι με καλεί από τη Δευτεροβάθμια. Για δευτερόλεπτα το μυαλό μου άδειασε. Δεν σκέφτηκα ούτε πως θα πάω στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ούτε εάν μπορούσα οικονομικά να υποστηρίξω μια τέτοια κίνηση. Μηχανικά απάντησα ναι. Μηχανικά απάντησα στη πιο σημαντική στιγμή της ζωής μου. Μηχανικά έγινα αυτό που ονειρευόμουν. Μηχανικά κάθε χρόνο γυρίζω από πόλη σε πόλη μόνη, άτεκνη. Μηχανικά..
Στενοχωριέμαι με τις δυσμενείς και αντίξοες συνθήκες του επαγγέλματος που βιώνεις ως αναπληρωτής αλλά δεν το μετανιώνω αφού κάνω τη καλύτερη δουλειά στο κόσμο και δεν το λέω απλά, το πιστεύω.